δεκάπληγος

δεκᾰ-πληγος, ,
A the ten plagues, of Egypt, PMag.Par.1.3037.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δεκάπληγος — δεκάπληγος, ον (AM) (το αρσ., θηλ. ή ουδ. ως ουσ.) οι δέκα πληγές τής Αιγύπτου …   Dictionary of Greek

  • δεκάπληγος — the ten plagues fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεκαπλήγου — δεκάπληγος the ten plagues fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεκαπλήγῳ — δεκάπληγος the ten plagues fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεκάπληγον — δεκάπληγος the ten plagues fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δέκα — Άκλιτο, απόλυτο αριθμητικό (10). δέκα . Πρώτο συνθετικό λέξεων, που χρησιμοποιείται για τον σχηματισμό πολλαπλών μονάδων, των οποίων η πολλαπλότητα είναι ίση με 10. Συμβολίζεται διεθνώς με da (π.χ. 1 dam = 10 μ.). Στην οργανική χημεία, ως πρώτο… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.